βραχυστομία

βρᾰχυ-στομία, ,
A smallness of mouth, Eust.767.16.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βραχυστομία — βραχυστομία, η (Μ) (για βρέφος) το ότι έχει μικρό στόμα και χρειάζεται ειδικό τάισμα …   Dictionary of Greek

  • βραχυστομίαν — βραχυστομίᾱν , βραχυστομία smallness of mouth fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.